μύρμηξ,-ηκος

μύρμηξ,-ηκος
N 3 0-0-0-2-0=2 Prv 6,6; 30,25
ant Prv 30,25; ant (as a symbol of industriousness) Prv 6,6

Lust (λαγνεία). 2014.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • πωγωνομύρμηξ — ηκος, ο, Ν εντομολ. γένος υμενοπτέρων τής Αφρικής που φέρει οξύ και επικίνδυνο κεντρί και ανήκει στην οικογένεια μυρμηκίδες. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. pogonomyrmex < πώγων, ωνος «πιγούνι, γένι» + μύρμηξ, ηκος «μυρμήγκι»] …   Dictionary of Greek

  • μυρμήγκι — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 225 μ., 89 κάτ.) της Χίου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ιωνίας του νομού Χίου. * * * και μερμήγκι, το (ΑΜ μύρμηξ, ὁ, Α και δωρ. τ. μύρμαξ, ὁ, Μ και μυρμήγκι και μυρμήγκιν και μερμήγκι και μερμήγκιν και μερμήκιν και… …   Dictionary of Greek

  • μυρμηγκιά — Γενική ονομασία των εντόμων της μεγάλης οικογένειας των μυρμηκιδών, της τάξης των υμενοπτέρων. Είναι γνωστά πάνω από 6.000 είδη μ., που διαφέρουν μεταξύ τους ως προς το μέγεθος και σε διάφορες λεπτομερείς: όλα όμως έχουν μερικά κοινά μορφολογικά… …   Dictionary of Greek

  • μυρμήκειος — μυρμήκειος, ον (Α) 1. όμοιος με μυρμήγκι 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ μυρμήκειον είδος αράχνης. [ΕΤΥΜΟΛ. < μύρμηξ, ηκος «μυρμήγκι» + κατάλ. ειος (πρβλ. λύκ ειος)] …   Dictionary of Greek

  • μυρμηκάνθρωποι — μυρμηκάνθρωποι, οἱ (Α) 1. άνθρωποι οι οποίοι προέρχονται από μυρμήγκια ή άνθρωποι που μοιάζουν με μυρμήγκια 2. ως κύριο όν. Μυρμηγκάνθρωποι τίτλος κωμωδίας τού Φερεκράτους. [ΕΤΥΜΟΛ. < μύρμηξ, ηκος «μυρμήγκι» + ἄνθρωπος] …   Dictionary of Greek

  • μυρμηκίας — μυρμηκίας, ὁ (Α) φρ. α) «μυρμηκίας λίθος» είδος πολύτιμου λίθου που έχει μελανά στίγματα ή εξογκώματα όμοια με μυρμηγκιά, με ακροχορδόνα β) «μυρμηκίας χρυσός» είδος χρυσού με μελανές εκφύσεις. [ΕΤΥΜΟΛ. < μύρμηξ, ηκος, «μυρμήγκι» + κατάλ. ίας… …   Dictionary of Greek

  • μυρμηκίτης — μυρμηκίτης, ὁ (Α) πολύτιμος λίθος μέσα στον οποίο φαίνονται στίγματα που μοιάζουν με μυρμήγκια. [ΕΤΥΜΟΛ. < μύρμηξ, ηκος «μυρμήγκι» + κατάλ. ίτης (πρβλ. αιματ ίτης)] …   Dictionary of Greek

  • μυρμηκίτις — μυρμηκῑτις, ἡ (Α) είδος πολύτιμου λίθου που δίνει την εντύπωση έρποντος μυρμηγκιού. [ΕΤΥΜΟΛ. < μύρμηξ, ηκος «μυρμήγκι», + κατάλ. ῖτις (πρβλ. κυαμ ίτις)] …   Dictionary of Greek

  • μυρμηκικός — ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στα μυρμήγκια 2. φρ. α) «μυρμηκικό οξύ» χημ. το απλούστερο από τα μονοκαρβονικά οξέα, που είναι γνωστό και ως μεθανοϊκό οξύ και που περιέχεται στο σώμα τών μυρμηγκιών και άλλων εντόμων, καθώς και σε μερικά… …   Dictionary of Greek

  • μυρμηκοειδής — μυρμηκοειδής, ές (ΑΜ) αυτός που μοιάζει με μυρμήγκι, που είναι σαν μυρμήγκι. [ΕΤΥΜΟΛ. < μύρμηξ, ηκος + ειδής*] …   Dictionary of Greek

  • μυρμηκολέων — (myrmeleon formicarius). Έντομο της οικογένειας των μυρμηκολεοντιδών της τάξης των νευροπτέρων. Όταν πάρει την οριστική όψη του ο μ. έχει μήκος 4 εκ., κοιλιά μακριά και λεπτή και δύο ζεύγη διαφανών πτερύγων που το κάνουν να μοιάζει με τις… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”